Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Η θεολογία που αναπτύσσει και αποδέχεται ο γέροντας Σωφρόνιος δεν περιορίζεται μέσα σε αυτό τον κόσμο με αυτόματες λογικές διεργασίες. Πως όμως μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος στη γνώση του Θεού; Η αρχή της θεολογίας για τον γέροντα Σωφρόνιο είναι η άνωθεν αποκάλυψη, όπου η διάνοια μπορεί να θεολογήσει μόνο επί των θεμελίων της αποκάλυψης που δίνεται από το Θεό. Μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση, το δεδομένο της αποκάλυψης αποκρυσταλλώνεται στο δόγμα, όπου το ανθρώπινο πνεύμα μέσα από την οδό του δόγματος θα αφομοιώσει τα δεδομένα της θείας αποκάλυψης, οικειωποιόντας το περιεχόμενο της.


Η μεγάλη σημασία που έχει η αποκάλυψη για τη Θεολογία, διαμορφώνει και το βασικό περιεχόμενο της αποστολής της που δεν είναι ο περιορισμός σε ένα εικοτολογικό θεολογικό σύστημα, μέσα στα πλαίσια της «αντικειμενικής» λογικής, αλλά έργο της θεολογίας είναι να εκθέσει τις άνωθεν αλήθειες, εντάσσοντας και παρουσιάζοντας τη θεία αποκάλυψη στις κατηγορίες της ανθρώπινης έκφρασης και εμπειρίας. Η συστηματοποίηση δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό και δεν περιορίζει την θεολογική ανάλυση σε μια σχολαστική ανούσια ερμηνεία που είναι ξένη προς τις θεολογικές αρχές της Ορθόδοξης Ανατολικής Παράδοσης. 


Ο γέροντας αναφέρει πως η δογματική και ασκητική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν αποτελείται από ένα άθροισμα ανθρώπινων επινοήσεων, γιατί μπροστά σε ένα κοινό στο οποίο κατατίθενται ζωντανά βιώματα δεν χωρά συστηματοποίηση. Η διδασκαλία της Εκκλησίας περιέχει και την αφήγηση των εμπειριών που βίωσαν οι Απόστολοι, οι Πατέρες και οι ασκητές. Συμπληρώνει πως στην προσωπική κοινωνία μεταξύ του Θεού και του ελεύθερου ανθρώπου, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την περιγραφή ζωντανών ποταμών που αποτελούν μέρος του άπειρου ωκεανού της θείας Ζωής και αυτό το κάνουμε μέσα από τα φτωχά πλαίσια που μας παρέχει η ανθρώπινη γλώσσα.


Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ π. ΣΕΡΓΙΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΩΦ

Το γνωστικό υπόβαθρο του π. Μπουλγκάκωφ ήταν πλούσιο τόσο στο χώρο της Πατρολογίας όσο και της ευρύτερης δυτικής φιλοσοφίας. Η θεολογική του σκέψη αποκρυσταλλώθηκε μέσα από την μετάβαση από τον μαρξισμό στον Χριστιανισμό, όπως και του Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάεφ. 


Οι περισσότεροι ιδεολόγοι μαρξιστές μεταστράφηκαν, επειδή οι αρχικές τους βλέψεις ανέρχονταν στα υψηλά ιδανικά της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και της καταπίεσης των πνευματικών και υλικών δυνατοτήτων που έχει το άτομο εντός της κοινωνίας. Όμως η επανάσταση των Μπολσεβίκων απέδειξε ότι ο μαρξισμός συνθλίβει πνευματικά το άτομο κάτω από την υλιστική του θεωρία, που είναι μια χοντροκομμένη μορφή του γερμανικού Εγελιανισμού. Το άτομο παύει να έχει ελεύθερη βούληση, προσωπικότητα, σκοπό και δυνάμεις για εξέλιξη. Μεταλλάσσεται σε μια άμορφη μάζα παραγωγικών συντελεστών κάτω από την πλήρη και αμετάκλητη καθοδήγηση ενός κόμματος, που αρχικέ υποσχέθηκε ελευθερία, αλλά πείρε τη θέση τον πρώην εκμεταλλευτών, εξοντώνοντας κάθε διαφορετική γνώμη. Μέσα σε αυτό το κλίμα η επιστροφή στην Ορθοδοξία και στη γνώση των Πατερικών κειμένων αποτέλεσε την πνευματική απελευθέρωση και τον αγώνα για πνευματική τροφή και ανεξαρτησία, επειδή η Ορθοδοξία κάλυπτε όλες τις πλευρές που ένα σκεπτόμενο άτομο επιθυμεί να εξερευνήσει και να εμβαθύνει.  
Η ριζοσπαστικότητα του π. Μπουλγκάκωφ έγκειται στη σύνθεση της Πατερικής σκέψης με την μοντέρνα φιλοσοφία, κάτι που τον έφερε σε σύγκρουση μέσα από την θεωρία της Σοφιολογίας που ανέπτυξε, η οποία καταδικάστηκε και εντός της επιτροπής που έβγαλε το πόρισμα ήταν και ο π. Φλωρόφσκυ.


Η ιδέα της Θεανθρωπότητας, που απαντάται στον Σολόβιεφ, έστρεψε τον π. Μπουλκγάνωφ στις ανθρωπολογικές προεκτάσεις της χαλκηδόνιας χριστολογίας και της τριαδικής θεολογίας των Καππαδόκων Πατέρων. Οι θεολογικές έρευνες του σχετίζονταν με την τριαδολογία, την ανθρωπολογία και της έννοια της κένωσης. Επεξεργάστηκε τον χαρακτήρα της σχέσης των θείων υποστάσεων της Αγίας Τριάδας και την αντινομία μεταξύ της απόλυτης ταυτότητας και της απόλυτης ετερότητας των θείων προσώπων. Η απόλυτη ενότητα διασφαλίζεται μέσα από το θεϊκό ΕΙΝΑΙ και δεν παραμένει σε στατική κατάσταση, αλλά απαντάται μέσα την δυναμική φύση της αγάπης, που δομείται μέσα από την θυσία και την αυταπάρνηση. 

Ο π. Μπουλγκάκωφ εστίασε στην κατάληξη που έχει ο θυσιαστικός χαρακτήρας της σχέσης εντός της Αγίας Τριάδας. Επηρεασμένος από τη ρωσική χριστολογία βλέπει την κένωση ως ένα συστατικό της Αγίας Τριάδος και το εντοπίζει μέσα από την πράξη της Δημιουργίας. Για την κένωση του Χριστού αναφέρει ότι δεν ολοκληρώνεται με την Ανάσταση του, αλλά αναφέρεται και στη μεταπασχάλιο δόξα Του, κάτι που παραπέμπει πολύ στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Ο π. Μπουλγκάκωφ ερμηνεύει της αναφορά της Ανάληψης και της εκ δεξιών του Θεού κάθέδρα που είναι στο κατά Μάρκον (16,19), ως την εξύψωση και τη θέωση της ανθρωπότητας, μέχρι και στο σημείο της ισότητας μέσα από την πλήρη ένωση με την θεότητα. Επισημαίνοντας έτσι το στοιχείο της αμεσότητας που υπάρχει στη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Βλέπει τον άνθρωπο ως εικόνα του θεϊκού απολύτου, ως μια επαναληπτική μορφή του, η οποία δεν μπορεί να οριστεί επακριβώς για την ουσία της υπόστασης που καταλαμβάνει. Καταλήγοντας έτσι στον ισχυρισμό περί ταυτότητας Θεού και ανθρώπου, μέσα από την σωτηρία του ανθρώπου, η οποία μπορεί να ληφθεί κατά την ανοδική ενεργητική πορεία, του ανθρώπου προς τον Θεό και την θεϊκή πρωτοβουλία για ολοκλήρωση της ανθρώπινης σωτηρίας.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Το κυριότερο πράγμα στην προσευχή, λέει ο Άγιος Θεοφάνης, είναι να στεκόμαστε μπροστά στο Θεό με το μυαλό συγκεντρωμένο στην καρδιά και να συνεχίσουμε να στεκόμαστε μπροστά Του αδιάκοπα μέρα νύχτα μέχρι το τέλος της ζωής μας.

Ο Άγιος Θεοφάνης παρουσιάζει την προσευχή αρχικά ως το να στεκόμαστε μπροστά στο Θεό, όχι απαραιτήτως πάντα να ζητάμε κάτι ή να χρησιμοποιούμε λόγια, μπορεί κάποιες φορές η προσευχή να είναι μια αίτηση, αλλά αν την εξετάσουμε καλύτερα, η βαθύτερη προσευχή είναι απλός το να περιμένουμε το Θεό, χωρίς να υπάρχει μια αίτηση από εμάς, αλλά να καλλιεργούμε μια σχέση με το Θεό. Στη συνέχεια αναφέρει ότι η προσευχή είναι να στεκόμαστε μπροστά στο Θεό με το μυαλό συγκεντρωμένο στην καρδιά και εδώ μπορούμε να δούμε τα τρία επίπεδα της προσευχής:

1ο. Η προσευχή αρχίζει ως προσευχή που εκφωνείται από τα χείλη, είναι προφορική προσευχή με λόγια.

2ο. Μετά εσωτερικεύεται και μετατρέπεται σταδιακά σε προσευχή του νου και της διάνοιας. Εδώ ξεκινά η αρχή της αληθινής προσευχής.

3ο. Στη συνέχεια η προσευχή είναι του νου, αλλά μέσω της καρδιάς, όπου η καρδιά δεν δηλώνει μόνο τα συναισθήματα και τα πάθη, αλλά τον βαθύ εαυτός μας, τον εσωτερικά ιερό τόπο, που είναι πνευματικό κέντρο ολόκληρης της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η προσευχή μέσω της καρδιάς ολοκληρώνει την ανθρώπινη ύπαρξη, εξωτερικεύοντας την κατάσταση του σώματος, της ψυχής και του πνεύματος με κατεύθυνση προς τον Θεό.




Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Η εν Χριστώ αγάπη δεν προκύπτει μέσα από συναισθηματικές εξάρσεις και συγκινησιακές φορτίσεις και δεν συνδέεται με το θυμικό της ανθρώπινης φύσης. Το θυμικό μέρος της έπεται της εν Λόγω και έλλογης θεώρησης των πάντων. Η εν Λόγω και έλλογη ΑΓΑΠΗ οριοθετεί και την κακώς εννοούμενη αγάπη, δηλαδή την συγκινησιακή φόρτιση, χάριν της οποίας διατρέχει κανείς τον κίνδυνο να δεχθεί τους πάντες και τα πάντα άνευ ελέγχου και κριτικής. Η εν Λόγω αλλά και έλλογη αγάπη και πάλι δεν συνδέεται με την οντολογική αγάπη, την όντως αγάπη, την υπερβατική αγάπη της οποίας δεν έχουμε εικόνα λόγω του πεπερασμένου της φύσεως μας . Περισσότερο συνδέεται με την αποκεκαλυμένη εντός της ιστορίας αγάπη, η οποία είναι και θυσιαστική πέρα από όλα τα άλλα. Στην «αγάπη» εμπεριέχονται όλες οι αρετές ως αίτημα όλων μας. Είναι ωστόσο παρακινδυνευμένο να δίνονται ορισμοί μιας Παραδέισιας Κοινωνίας, καθώς αυτοί δεν προκύπτουν βιωματικά, αλλά μέσα από την οπτική που ο καθένας μας έχει. Είναι ασφαλές και εποικοδομητικό να κάνει ο καθένας μας τον εσωτερικό του αγώνα και τις θυσίες του μέσα στην εν Χριστώ πορεία που διανύει και με την ελπίδα της εξόδου του και της υπέρβασης του εμπειρικού ανθρώπου.


Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ο Ρώσος Άγιος Ιερομάρτυρας Ανδρόνικος

Ο άγιος ιερομάρτυς Ανδρόνικος γεννήθηκε την 1η Αυγούστου του 1870 στο χωριό Ποβόντνεβο της επαρχίας Γιαροσλάβ, στην κεντρική Ρωσία. Στο άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Βλαδίμηρος.

Στην ηλικία δέκα χρονών γράφτηκε σε Εκκλησιαστικό Σχολείο και μετά την αποφοίτηση του, το 1885 στο Εκκλησιαστικό Σεμινάριο του Γιαροσλάβ.

Το 1891, ως αριστούχος απόφοιτος του Σεμιναρίου, έγινε δεκτός στη Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας. Τα χρόνια εκείνα ό νεαρός φοιτητής συναντήθηκε με τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης και ζήτησε τις φωτισμένες συμβουλές του.


Την 1η Αυγούστου του 1893 στον ναό της Ακαδημίας τελέστηκε ή μοναχική του κουρά. Στις 6 Αυγούστου του 1893 ό μοναχός Ανδρόνικος χειροτονήθηκε διάκονος, και στις 22 Ιουλίου του 1895 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1897 διορίζεται από την Ιερά Σύνοδο στην ορθόδοξη Ιεραποστολή της Ιαπωνίας.

Τον Μάρτιο του 1899 έλαβε το οφίκιο του αρχιμανδρίτη.

Στις 23 Οκτωβρίου του 1906 ό π. Ανδρόνικος διορίστηκε βοηθός του επισκόπου Νικολάου στην Ιαπωνία.
Λόγω της εύθραστης υγείας του αρρώστησε βαριά και στις 7 Ιουλίου του 1907 ή Σύνοδος αποφάσισε την ανάκληση του από την Ιαπωνία.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1907 ή 'Ιερά Σύνοδος ανέθεσε στον επίσκοπο Ανδρόνικο την προσωρινή διαποίμανση της επαρχίας Χόλμ, και στις 15 Μαρτίου του 1908 διορίστηκε βοηθός του αρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ.
Στις 8 Μαρτίου του 1913 ανέλαβε την διαποίμανση των επαρχιών Ομσκ και Παβλοντάρσκ της Δυτικής Σιβηρίας.

Τον Αύγουστο του 1914 η Ιερά Σύνοδος απεφάσισε νά τον μεταθέσει για άλλη φορά στην εκκλησιαστική επαρχία Πέρμ στή Βόρεια Ρωσία.



Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ 

Στις 3 Ιουνίου του 1918 ο ιεράρχης πληροφορήθηκε τα σχέδια της συλλήψεώς του από έναν τυχαίο ακροατή τους. Αποφάσισε, ωστόσο, να μην εγκαταλείπει την επαρχία, αλλά να παραμείνει στη θέση του, ανάμεσα στο ποίμνιό του, και, αν ήταν θέλημα του Κυρίου, να μαρτυρήσει γι' Αυτόν.
Ενημέρωσε τους συνεργάτες του. Έστειλαν στο καμπαναριό του Καθεδρικού Ναού τον μοναχό Μιχαήλ με την εντολή να σημάνει συναγερμό με τις καμπάνες τη στιγμή της συλλήψεως.
Την ίδια νύχτα, μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα, όλο το τετράγωνο, στο οποίο βρισκόταν το επισκοπείο, κυκλώθηκε από στρατιώτες. Είχαν φέρει μιαν άμαξα με γρήγορα άλογα, με την οποία θα έβγαζαν τον αρχιεπίσκοπο από την πόλη το συντομότερο δυνατό και θα τον οδηγούσαν στη γειτονική πόλη Μοτοβίλιχα.

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΚΑΙ Η ΑΙΡΕΣΗ

Το Δόγμα ως ουσία και ύπαρξη αποκαλύπτει και είναι η αδιαμφισβήτητη αλήθεια, η οποία λαμβάνεται γενικώς ως πίστη, δηλαδή την οδό, την κατεύθυνση που βαδίζει εκατέρωθεν Θεός και άνθρωπος, ως προς την ένωση. Είναι αποκεκαλυμμένο από τον Θεό, διότι έχει βασιστεί στην Αγία Γραφή και αποτελεί κτήμα όλης της Εκκλησίας, δηλαδή του συνόλου των πιστών, ζωντανών και αποθνησκόντων. Αντίθετα η αίρεση είναι μια επιλογή, μια αφαίρεση και άρση, μια θεολογική άποψη, που αποτελεί απομάκρυνση από το περιβάλλον της Εκκλησίας και αντιπαρατίθεται προς την διδασκαλία της. Η Εκκλησία μέσα από την πάλη που διεξάγει με τις αιρέσεις, ενδυναμώνει τη συνείδηση της και αναπτύσσει πλήρη και αποκρυσταλλωμένη θεολογική σκέψη. Στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό η πίστη και τα έργα συνδέονται, γιατί η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή (Ιακ. 2:26), αλλά και τα έργα ως τήρηση νομικών σχολαστικών εντολών είναι ανούσια και άκαρπα, γιατί ο άνθρωπος σώζεται όχι με την τήρηση των εντολών του νόμου, αλλά με την πίστη του στον Θεό (Ρωμ. 3:28). Το Δόγμα αποκαλύπτει την Αλήθεια, υποδεικνύει την Οδό την σωτηρίας και φέρνει σε κοινωνία με τη Ζωή.



 Έτσι το Δόγμα είναι η θεία ύπαρξη του Χριστού που είναι η Αλήθεια, η Οδός και η Ζωή (Ιωαν. 14:6). Αντιθέτως η αίρεση απομακρύνει από την αλήθεια, κλείνει την οδό της σωτηρίας και καταντά τον άνθρωπο πνευματικά νεκρό. Ο Β. Λόσσκι αναφέρει περί αυτού: Η πάλη της Εκκλησίας υπέρ του Δόγματος, είναι η πάλη για τη σωτηρία του ανθρώπου, για την δυνατότητα κοινωνίας με την αληθινή Ζωή, την ένωση με τον Θεό και την αιώνια μακαριότητα.

Ελληνορωσική Ορθόδοξη θεολογία

Ο π. Φλωρόφκσυ είχε επιλέξει ως ακρογωνιαίο λίθο της Ορθόδοξης αναγέννησης, όχι καμιά από τις σύγχρονες προτεσταντικές και ρωμαιοπαπικές σχολές, αλλά την ιερή Παράδοση της Εκκλησίας. Καλούσε σε επιστροφή στους Πατέρες, στον ιερό Ελληνισμό, που είναι μια αιώνια και σταθερή κατηγορία της ιστορικής Ορθοδοξίας.


Πίστευε ότι δεν πρέπει να αποκοπεί η ελληνική παράδοση από την σύγχρονη Ορθόδοξη μελέτη και να παρασυρθεί από τις δυτικές επιρροές, αλλά θα πρέπει όλα τα ρώσικα επιτεύγματα να ελεγχθούν υπό το φως της ελληνικής κληρονομιάς. Αυτό καθιστά την ελληνορωσική Ορθόδοξη θεολογία ως συνέχεια των Πατερικών κειμένων.





Αποφατική Θεολογία

Για τον Θεό δεν μπορούμε απολύτως τίποτα να πούμε καταφατικά. Όσα και να πούμε για να τον περιγράψουμε είναι ελλιπή, ατελή και περιορισμένα. 
Δεν μπορούμε να μιλήσουμε περί του τι είναι ο Θεός, αλλά μόνο περί του τι δεν είναι. Αυτή η μέθοδος συλλογισμού περί Θεού έλαβε την ονομασία αποφατική (αρνητική) θεολογία και αντιδιαστέλλεται από την καταφατική (θετική).
Ο π. Γεώργιος Φλωρόφκσυ αναφέρει συγκεκριμένα ότι ο Θεός είναι ανώτερος από κάθε περιορισμό, ανώτερος από κάθε προσδιορισμό και ισχυρισμό και ως εκ τούτου και ανώτερος από κάθε απόφανση. Το αποφατικό δεν έχει την ίδια σημασία με το υπέρ (ή έξω, εκτός), δηλώνει όχι περιορισμό ή εξαίρεση, αλλά υπεροχή και υπέρβαση. Το Θείο είναι ανώτερο από κάθε θεωρητική ονομασία και προσδιορισμό.
Ο Θεός δεν είναι ούτε ψυχή, ούτε νους, ούτε φαντασία, ούτε γνώμη, ούτε διαλογισμός, ούτε ζωή, δεν είναι ούτε λέξη, ούτε έννοια.
Ο Θεός δεν είναι αντικείμενο γνώσης, είναι υπεράνω της γνώσης. Γι’ αυτό η οδός της γνώσεως είναι η οδός της αφαίρεσης και της απόφανσης, η οδός της απλοποίησης και της σιωπής. Τον Θεό θα τον γνωρίσουμε μόνο στην ησυχία του πνεύματος, στην ησυχία της «άγνοιας». Αυτή η αποφατική «άγνοια» είναι ακριβέστερα υπερ-γνώση, όχι απουσία γνώσης, αλλά η τέλεια γνώση και γι’ αυτό ασύγκριτη με κάθε μερική γνώση.
Αυτή η «άγνοια» είναι ενατένιση.
Ο Θεός γνωρίζεται όχι μακρόθεν, όχι δια του διαλογισμού περί Αυτού, αλλά δια της ακαταλήπτου με’ Αυτού ενώσεως.